"Mais non, c 'est mon coeur qui va tour a tour.." Η κλέφτρα του Λονδίνου Του Μάνου Χατζιδάκι Η ηχογράφηση από το εξαιρετικό κανάλι του κυρίου Ιωάννη Μπότσα, εδω: Μάνος Χατζιδάκις - Η κλέφτρα του Λονδίνου, ΕΙΡ 1962
Η εικονογράφηση του βίντεο έχει γίνει από το Στάθη
".. Έτσι συνέβη κάποια νύχτα κάπου το 1987 να συναντήσω, ξαφνικά, ενώ περπατούσα στην πλατεία Κουμουνδούρου, ένα από τα πιο ευαίσθητα συνομήλικα παιδιά του χωριού που ήμασταν πολύ φίλοι ως πιτσιρίκια. Κατάλαβα, όμως, ότι βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση αφού έδειχνε εξαθλιωμένος και από όλη την εικόνα του φαινόταν και η ανάλογη ψυχική του κατάσταση. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο, αλλά είπαμε μόνο ένα γρήγορο «γεια», καθώς εκείνος ξεγλίστρησε και έφυγε γρήγορα… Βαθειά όμως μέσα στα μάτια του, πρόλαβα και διέκρινα εκείνη την παιδική αθωότητα του να ψυχορραγεί, σα να είχαν μείνει μόνο τα ίχνη της… γιατί στην πραγματικότητα, ο παιδικός μου φίλος είχε γίνει κάποιος άλλος. Και ενώ γύρισε και έφυγε ανεβαίνοντας προς την Ομόνοια, έστρεψα κι εγώ πίσω τα μάτια μου και τον παρακολούθησα για μερικά δευτερόλεπτα βλέποντάς τον να μπαίνει σε ένα υπόγειο μπαρ της Ζήνωνος και να χάνεται....
Από εκείνο το βράδυ άρχισε να με τρώει μέσα μου, η κατάστασή του και θυμήθηκα πολλά διαφορετικά στιγμιότυπα για τον άνθρωπο αυτόν, όπως επίσης θυμήθηκα, αναγκαστικά, και αυτό που ανέφερα πριν, το μέγα ψεύδος που πουλούσαν στα χωριά τη δεκαετία του ’60 και του 70 όλοι οι... πρωτευουσιάνοι. Ένιωσα μία ευθύνη για όλο αυτό, και ήθελα μέσα από το τραγούδι με κάποιο τρόπο, να ζητήσω ένα «συγγνώμη» εκ μέρους όλων, για τη ζωή του. Ξεκίνησα να το γράφω κάπου το 1990 και το τελείωσα το 1992. Ένα χρόνο, δηλαδή, κράτησε η δημιουργία του, γιατί τα τραγούδια που πονάνε πολύ δεν τελειώνουν εύκολα. Ίσως δεν τελειώνουν και ποτέ… Αυτό που μου συμβαίνει, άλλωστε, γράφοντας ένα τραγούδι, είναι ότι το αφήνω να είναι μπροστά, να προηγείται. Έτσι, έπαιρνα την κιθάρα κάθε τόσο και τη σκάλιζα μαζί με τους στίχους και κάθε φορά που αισθανόμουν ότι ήμουν εύστοχος στο να εκφράσω αυτό που ήθελα, με έπιανε η ψυχή μου δεν άντεχα και το παράταγα και μετά από ένα μήνα, άντε πάλι από την αρχή... Η γνώση και ο πόνος είναι ζευγάρι σε αυτή τη διαδικασία.
Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η "Ζήνωνος", και μπήκε στο στούντιο ένα χρόνο μετά, το 1992, μέσα στον πρώτο μου δίσκο «Στην αγορά του κόσμου» που κυκλοφόρησε το 1993 με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη σε μία συνταραχτική ερμηνεία αν και ήταν η πρώτη φορά που τραγουδούσε σε δισκογραφία. .." Νίκος Ζούδιαρης Ολόκληρη η δημοσίευση εδώ: Η Ζήνωνος, πια, δεν είναι μία οδός
Πάσχα στο χωριό συγκέντρωση μετοίκων Τα νέα απ’ την Αθήνα στα όνειρα μου σφήνα Πόζα και λουστρίνι, ο Νάκος φιγουρίνι Πείνα μου μοιραία ζήλεια μου ρομφαία Μπήκα σ’ ένα τρένο πίσω δεν κοιτούσα Μέσα μου πετούσα ψήλωσα δυο πόντους
Ζήνωνος μ’ έντυσε η ζωή στρατιώτη Ζήνωνος πόρνη η αγάπη η πρώτη από βράδυ σε πρωί μου τελειώνει η ντροπή Ζήνωνος
Εδώ οι χωριανοί μου δεν βοηθάνε άλλον Σκούριασαν τα χέρια βρήκα άλλους τρόπους Είπα να χαθώ το τέλος μου να βάλω Λίγο ακόμα επάνω τρέλα μου σε φτάνω Στις εφημερίδες μάνα αν με είδες Μη μου στεναχωριέσαι Μάνα δε μου αξίζει
Μία σκέψη για τους άρρωστους, τους μόνους, τους λυπημένους..
τους ανέστιους.. τους κυνηγημένους.. τους απελπισμένους..
...................................
N'a pas Noël chez Linardo..
Φεύγουν οι άνθρωποι Πιτσιρίκο.. Με θόρυβο ή σιωπηλά.. Στα συντρίμμια ενός ακριβού αμαξιού ή σε ένα απρόσωπο κρεβάτι νοσοκομείου (καμιά φορά ούτε καν σ αυτό..).
Πριν λίγο καιρό έφυγε ένας φίλος μου, αγαπημένος.. Όμορφος, νέος ακόμα στα 50 του χρόνια, δυνατός.. Σα να τον χτύπησε κεραυνός, σωριάστηκε, ούτε χέρια δεν έβαλε πέφτοντας, καρδιά είπαν.. Τραγουδούσε κι εκείνος, κάθε μέρα, παρά την καθημερινή δουλειά του. Κι έγραφε.. Απ την ψυχή του, αυτό μπορώ να στο πω. Κατά την υποκειμενική μου γνώμη έγραφε πανέμορφα..
Γιατί στα λέω; Διαβάζω αυτές τις μέρες.. Ας σχολιάζουν οι άνθρωποι αν αυτό τους εκτονώνει, μπορεί και να τους δίνει λίγη συντροφιά Να σέβονται μόνο, θα ήθελα. Ίσως θέλω πολλά..
Θυμάμαι πάντα εκείνο το στίχο, από την νεκρώσιμη ακολουθία. "Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω το θάνατο." Ίσως κάνουμε τόση φασαρία ακριβώς για να μην εννοήσουμε..
Πήγα πριν λίγα χρόνια στην Κρήτη, στο κοιμητήριο, στον τάφο του νονού μου. Φροντισμένος ο τάφος απ τους αγαπημένους του, μαρμάρινος, καθαρός. Έλα, μου λέει η νονά, κάναμε τον μικρό κύκλο, πίσω απ το σταυρό είχε σκαλιά, προς ένα μικρό υπόγειο. Ένα επι ένα, αριστερά και δεξιά απ τα σκαλιά δυό τσιμεντένιοι τοίχοι. Ακούμπησε τα χέρια η νονά μου στον έναν τοίχο. Έκλεισε τα μάτια. "Εδώ καλό μου." μου είπε.. Πίσω από κείνο τον τοίχο ήταν ο νονός μου.. Ό,τι απόμεινε.
Νομίζω Πιτσιρίκο η αλήθεια δεν είναι στα λουλούδια, στα μάρμαρα, στα λόγια ακόμα. Καλά είναι και τούτα, ό,τι βοηθά τον άνθρωπο να κάνει σιγά σιγά τη μετάβαση προς το αναπότρεπτο, να το δεχτεί κάποτε, είναι καλό.. Μα η αλήθεια νομίζω είναι ένας γυμνός τσιμεντένιος τοίχος. Και το ανείπωτο πίσω απ αυτόν..
Καλή δύναμη σε όσους χάνουν αγαπημένους.
(κείμενό μου που δημοσιεύτηκε στη στήλη του Πιτσιρίκου πριν από 2 περίπου χρόνια)
Η συμπόνια βασίζεται στην αγάπη για κάποιον άλλον: στην αγάπη ο 'άλλος΄γίνεται ένας άλλος "εαυτός" μας, ένα μαζί μας. Η συναισθηματικότητα βασίζεται στην αγάπη του εαυτού: Θλιβόμαστε όχι γιατί κάποιος άλλος πονά, αλλά μάλλον γιατί χαλάει η δική μας διάθεση. κι αντί να προσπαθούμε να ανακουφίσουμε λίγο τον πόνο που υπάρχει στον κόσμο, προσπαθούμε απλά να απομακρύνουμε τις εικόνες της ταλαιπωρίας των άλλων από το οπτικό μας πεδίο. Η τέχνη και η λογοτεχνία προδιαθέτουν την ανθρώπινη ψυχή προς τη μίμηση, προς τη συναισθηματική "ανάμειξη" σε μια δεδομένη κατάσταση. Όταν ένας άνθρωπος έχει συνηθίσει να συμμετέχει κατά κάποιον τρόπο στην (δημιουργημένη και όχι αληθινή ) συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων στη σκηνή, στις τηλεοπτικές σειρές και στα μυθιστορήματα, κι ο ίδιος αρχίζει να λειτουργεί ως ηθοποιός, "παίζοντας στη ζωή". Η τέχνη ευνοεί την ανάπτυξη μιας υψηλής ρευστότητας στην κατάσταση του νου - συχνά σε παθολογικό επίπεδο - και ένα είδος συναισθηματικής μεταφοράς στην εικόνα όσων, υποτίθεται, βιώνει κάποιος άλλος. Η αγάπη πονάει για το άλλο πρόσωπο. νιώθει πόνο επειδή το άτομο αυτό αισθάνεται πόνο. Η συναισθηματικότητα αισθάνεται πόνο για τον εαυτό της. πονά επειδή μια αρνητική εικόνα της ταλαιπωρίας κάποιου άλλου έχει εισβάλει στη συνείδηση και προκαλεί αρνητικά, δυσάρεστα συναισθήματα. Η αγάπη βασίζεται στην επιθυμία για το καλό των άλλων, ενώ η συναισθηματικότητα στηρίζεται στην επιθυμία για προσωπική συναισθηματική άνεση. Θεωρεί τα βάσανα των άλλων ως μια δυσάρεστη διασάλευση της προσωπικής συναισθηματικής γαλήνης. Ένα συναισθηματικό άτομο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά μπορεί να ερωτευτεί, να δημιουργήσει είδωλα για τον εαυτό του, να τα υπηρετήσει, και μ αυτά να γεμίσει την ψυχή του. Η άλλη όψη της συναισθηματικότητας είναι η σκληρότητα. Για ένα συναισθηματικό άτομο, αυτό που βρίσκεται πέρα από τα όρια της άμεσης εμπειρίας είναι ξένο και ασήμαντο. Στο "Μικρό Πρίγκηπα" του Saint-Exupery, ο συγγραφέας αποκαλύπτει: "Αν το μικρό μου αστέρι σβήσει, τι με νοιάζει ο υπόλοιπος Κόσμος..". Με άλλα λόγια, αυτό το μικρό αστέρι το οποίο ερωτεύτηκα είναι πιο σημαντικό για μένα απ όλο τον Κόσμο. Ένας άνθρωπος μπορεί να κλάψει στη θέα ενός άρρωστου σκύλου από συναισθηματικότητα και ταυτόχρονα να παραμένει κουφός και αδιάφορος προς τα δεινά εκατομμυρίων ανθρώπων, αρκεί να μην χρειαστεί να δει τον πόνο τους. Η συναισθηματικότητα δεν είναι αγάπη, αλλά μάλλον νοσηρός εντυπωσιασμός, χρόνια καταπιεσμένη υστερία που παίρνει τη θέση της αγάπης. (από εδώ: https://stjohndc.org/en/orthodoxy-foundation/homilies/what-distinguishes-compassion-sentimentality-archimandrite-raphael-karelin μετάφραση: Λιλάκι)
..άν κάπου, κι άθελα ακόμα, προκαλέσαμε πόνο εκεί πάντα χρωστάμε.. ... "Τα «Κορίτσια της συγγνώμης», που μου τα έπαιξε ο Πάνος από το τηλέφωνο -- με ξύπνησε μέσα στα άγρια χαράματα και έκλαιγα εγώ και η γκόμενα που κοιμόταν δίπλα μου νόμιζε ότι είχα τρελαθεί." (Χάρης Κατσιμίχας - συνέντευξη στο περιοδικό Δίφωνο) .. Το πλήρες βίντεο βρίσκεται στο εξαιρετικό κανάλι του youtube Ξεχασμένα Διαμάντια. Από το αρχείο της Ελίνας Κωστελέτου. .. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από την εκπομπή «Εδώ και σήμερα» του 1985, την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε και ο δίσκος των αγαπημένων Κατσιμιχαίων : Ζεστά Ποτά.
Ένα 45άρι του Μίκη, από το 1970, με την Ειρήνη Παππά να τραγουδά, στα
Ιταλικά για κείνο το φως στο κατώφλι του σπιτιού που περιμένει.. Τον
πεινασμένο, τον πονεμένο, τον πρόσφυγα.. Το διαβάτη, το Χριστό και το
ληστή.. Οι φωτογραφίες μιλούν.. Όπως τα μάτια.. "να θυμάσαι πως υπήρξα έμψυχο ον.." είχε γράψει ο Σπύρος Τσακνιάς.. Κι ο Πυθαγόρας είπε, στη Μικρά Ασία του Απόστολου Καλδάρα,: "..κι απ το θάνατο ακόμα πιό πικρή είσαι προσφυγιά.."
Φεύγουν οι άνθρωποι.. Με θόρυβο ή σιωπηλά.. Στα συντρίμμια ενός ακριβού αμαξιού ή σε ένα απρόσωπο κρεβάτι νοσοκομείου (καμιά φορά ούτε καν σ αυτό..).
Επτά λέξεις.. ο στίχος, από την νεκρώσιμη ακολουθία.. "Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω το θάνατο." Ίσως κάνουμε τόση φασαρία ακριβώς για να μην εννοήσουμε..
Πήγα πριν λίγα χρόνια σ ένα κοιμητήριο, στον τάφο ενός ανθρώπου της καρδιάς μου. Φροντισμένος ο τάφος, μαρμάρινος, καθαρός, φρέσκα λουλούδια, καντηλάκι αναμμένο.. Με την αγαπημένη του κάναμε τον μικρό κύκλο, πίσω απ το σταυρό είχε σκαλιά, προς ένα μικρό υπόγειο, κατεβήκαμε.
Ένα επί ένα, αριστερά και δεξιά απ τα σκαλιά δυο τσιμεντένιοι τοίχοι. Ακούμπησε τα χέρια η γλυκιά μου, στον έναν τοίχο. Έκλεισε τα μάτια. "Εδώ καλό μου." μου είπε.. Πίσω από κείνο τον τοίχο ήταν ο άνθρωπός της.. Ό,τι απέμεινε.
Νομίζω η αλήθεια δεν είναι στα λουλούδια, στα μάρμαρα, στα λόγια ακόμα. Καλά είναι και τούτα, ό,τι βοηθά τον άνθρωπο να κάνει σιγά σιγά τη μετάβαση προς το αναπότρεπτο, να το δεχτεί κάποτε, είναι καλό.. Μα η αλήθεια νομίζω είναι ένας γυμνός τσιμεντένιος τοίχος. Και το ανείπωτο πίσω απ αυτόν..
Δως μου τούτο τον ξένο
που απο βρέφος ακόμα
ήταν απ τον κόσμο αποξενωμένος
γιατί ήταν ξένος..
Δώς μου τούτο τον ξένο
που και οι δικοί του
με μίσος τον θανάτωσαν
σα να ταν ξένος..
Δώς μου τούτο τον ξένο
που παραξενεύομαι να βλέπω
τον άξενο θάνατό του..
Δως μου τούτο τον ξένο
που ήξερε να φιλοξενεί
τους φτωχούς και τους ξένους..
Δως μου τούτο τον ξένο
που τα κράτη από φθόνο
τον αποξένωσαν απ τον κόσμο..
Δως μου τούτο τον ξένο
για να τον κρύψω μέσα στον τάφο
γιατί σαν ξένος που είναι
δεν έχει που ν΄απαγγειάσει..
(ελεύθερη απόδοση των συγκλονιστικών στίχων - λόγων του Ιωσήφ προς τον Πόντιο Πιλάτο, όταν πήγε να τον παρακαλέσει να του δώσει το σώμα του νεκρού Ιησού. 2015 χρόνια πέρασαν.. και η μοίρα του Ξένου δεν άλλαξε ποτέ..)
"..Δός μοι τούτον τον ξένον,
Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη. .."
(Απηλιώτης είναι σύνθεση των λέξεων «από» και «Ηλίου» και χαρακτηρίζει τον άνεμο που πνέει από την Ανατολή. Στην αρχαιότητα θεωρείτο άνεμος που πρόσφερε γονιμότητα και αφθονία. Απεικονίζεται ως νεαρός με λυτά μαλλιά που κυματίζουν, κρατώντας στα χέρια του καρπούς, κηρήθρα και στάχια.)
Ο Antoine de Sainy Exupery μέσα από τα δικά του λόγια..
“Δεν έχω δικαίωμα να πω ή να κάνω τίποτα που να μειώνει έναν άνθρωπο στα ίδια του τα μάτια. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι γνώμη έχω εγώ γι αυτόν αλλά τι γνώμη έχει εκείνος για τον εαυτό του. Το να πληγώσεις την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου είναι έγκλημα.”
“Αυτό είναι το πιο δύσκολο πράγμα απ όλα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να κρίνεις τον εαυτό σου παρά να κρίνεις τους άλλους. Αν καταφέρεις να κρίνεις τον εαυτό σου είσαι πραγματικά σοφός.”
“Σε κάθε πλήθος υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μοιάζουν σαν όλους τους άλλους, κι όμως, κουβαλούν εκπληκτικά μηνύματα για σένα.”
“Νύχτα, η αγαπημένη. Νύχτα, όταν οι λέξεις ξεθωριάζουν και τα άυλα αποκτούν υπόσταση. Όταν η εξονυχιστική ανάλυση της ημέρας έχει γίνει, και όλα όσα είναι αληθινά σημαντικά παίρνουν σάρκα και οστά ξανά. Όταν ο άνθρωπος κάνει και πάλι ένα τον θρυμματισμένο εαυτό του και αναπτύσσεται με την ηρεμία ενός δέντρου.”
“Η σκέτη λογική είναι η καταστροφή του πνεύματος.”
“Μόνο τα παιδιά ξέρουν τι θέλουν. Ξοδεύουν το χρόνο τους σε μια πάνινη κούκλα, και γίνεται πολύ σημαντική γι αυτά. Και αν κάποιος τους την πάρει κλαίνε.. ”
“Τι σημαίνει 'εξημερώνω' ένα πλάσμα; Είναι κάτι που τόσο συχνά παραμελούμε. Το να δημιουργούμε, ανάμεσά μας, δεσμούς. ”
“Ρισκάρεις το να κλάψεις αν αφήσεις τον εαυτό σου να εξημερωθεί.”
“Είναι τόσο μυστικός τόπος, η γη των δακρύων."
“Φυσικά και θα σε πληγώσω. Φυσικά και θα με πληγώσεις. Φυσικά και θα πληγώσουμε ο ένας τον άλλον. Αλλά αυτό ακριβώς σημαίνει το να υπάρχεις. Το να γίνεσαι άνοιξη σημαίνει ότι δέχεσαι το ρίσκο του να ρθει ο χειμώνας. Το να γίνεσαι παρουσία σημαίνει το να δέχεσαι το ρίσκο της απουσίας..”
“Η αγκαλιά της αγάπης σε περικλείει μαζί με το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον σου. Η αγκαλιά της αγάπης σε κάνει ολόκληρο ξανά. ”
“Γιατί η αληθινή αγάπη είναι ανεξάντλητη. Όσο περισσότερη δίνεις τόση περισσότερη έχεις, κι αν πας να τραβήξεις νερό από την κύρια πηγή του ποταμού, όσο πιο πολύ νερό τραβάς τόσο πιο άφθονη γίνεται η ροή του. ”
"Ίσως αγάπη είναι η διαδικασία να σε οδηγήσω, μαλακά, πίσω στον εαυτό σου. Όχι σ εκείνον που θέλω να σαι, αλλά σ εκείνον που είσαι."
Dans le port d Amsterdam - Στο λιμανι του Αμστερνταμ
(Jacques Brel)
Dans le port d`Amsterdam Y a des marins qui chantent Les rêves qui les hantent Au large d`Amsterdam
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ υπάρχουν ναυτικοι που τραγουδούν Tα όνειρα που τους στοιχειώνουν ανοιχτά του Aμστερντάμ
Dans le port d`Amsterdam Y a des marins qui dorment Comme des oriflammes Le long des berges mornes
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ υπάρχουν ναυτικοί που κοιμούνται Όπως τα λάβαρα κατά μήκος των πένθιμων ιστών
Dans le port d`Amsterdam Y a des marins qui meurent Pleins de bière et de drames Aux premières lueurs
Στο λιμάνι του ʼμστερνταμ υπάρχουν ναυτικοί που πεθαίνουν Γεμάτοι μπύρα και δράματα με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου.
Mais dans le port d`Amsterdam Y a des marins qui naissent Dans la chaleur épaisse Des langueurs océanes
Αλλά στο λιμάνι του ʼμστερνταμ υπάρχουν ναυτικοί που γεννιούνται Μέσα στην παχιά ζέστη της ωκεάνιας μελαγχολίας
Dans le port d`Amsterdam Y a des marins qui mangent Sur des nappes trop blanches Des poissons ruisselants
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ υπάρχουν ναυτικοί που τρώνε Σε κατάλευκα τραπεζόμαντηλα φρέσκα ψάρια
Ils vous montrent des dents A croquer la fortune A décroisser la lune A bouffer des haubans
Και σας δείχνουν δόντια ικανά να δαγκώσουν την τύχη Να ξεκρεμάσουν τη σελήνη να φάνε τα ξάρτια
Et ça sent la morue Jusque dans le coeur des frites Que leurs grosses mains invitent A revenir en plus
Και ο μπακαλιάρος μυρίζει μέχρι την καρδιά της πατάτας Που με τα χοντρά χέρια τους Παραγγέλνουν ξανά.
Puis se lèvent en riant Dans un bruit de tempête Referment leur braguette Et sortent en rotant
Και κατόπιν σηκώνονται γελώντας και μέσα στον θόρυβο της θύελλας Κλείνουν το φερμουάρ τους και ρεύονται καθώς βγαίνουν έξω.
Dans le port d`Amsterdam Y a des marins qui dansent En se frottant la panes Sur la panse des femmes
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ υπάρχουν ναυτικοί που χορεύουν Και τρίβουν τις κοιλιές τους πάνω στις κοιλιές των γυναικών
Et ils tournent et ils dansent Comme des soleils crachés Dans le son déchiré D`un accordéon rance
Και περιστρέφονται και χορεύουν Σαν ήλιοι που τους έχουν φτύσει Μέσα στον σπαρακτικό ήχο Της γρατζουνιάς ενός ακορντεόν.
Ils se tordent le cou Pour mieux s`entendre rire Jusqu`à ce que tout à coup L`accordéon expire
Στραβολαιμιάζουν Για να ακουστούν καλύτερα όταν γελάνε Ώσπου ξαφνικά Το ακορντεόν σταματά
Alors le geste grave Alors le regard fier Ils ramènent leur batave Jusqu`en pleine lumière
Τότε με σοβαρές κινήσεις και με περήφανα βλέμματα Φέρνουν την Ολλανδέζα τους στο φως του ήλιου.
Dans le port d`Amsterdam Y a des marins qui boivent Et qui boivent et reboivent Et qui reboivent encore
Στο λιμάνι του Αμστερντάμ υπάρχουν ναυτικοί που πίνουν Και πίνουν και ξαναπίνουν και πίνουν ξανά.
Enfin ils boivent aux dames Qui leur donnent leur virtue Qui leur donnent leur joli corps Pour une pièce en or
Δηλαδή πίνουν στην υγειά των γυναικών που δωρίζουν το όμορφο κορμί τους Που δωρίζουν την αρετη τους για ένα νόμισμα χρυσό.
Et quand ils ont bien bu Se plantent le nez au ciel Se mouchent dans les étoiles Et ils pissent comme je pleure
Κι όταν έχουν μεθύσει εντελώς βουτάνε την μύτη τους στον ουρανό Σκουπίζονται στα άστρα και κατουράνε όπως εγώ κλαίω
Sur les femmes infidels Dans le port d`Amsterdam Dans le port d`Amsterdam Dans le port d`Amsterdam
Πάνω στις άπιστες γυναίκες στο λιμάνι του Αμστερντάμ Στο λιμάνι του Αμστερντάμ.
...όταν ένας 35χρονος Βέλγος τραγουδιστής με το όνομα Jacques Brel έβγαινε στην κατάμεστη σάλα του φημισμένου Olympia του Παρισιού για να ερμηνεύσει μια σειρά απο τα ήδη πασίγνωστα τραγούδια του.
Το τραγούδι του με τίτλο Ne me quitte pas είχε ούτως η άλλως κερδίσει τις καρδιές Ευρωπαίων και Αμερικανών ακροατών και εξασφάλιζε στον Brel το απόλυτο sold out στην συναυλία..Ο καιρός ήταν ακόμα ζεστός και ο ανύπαρκτος κλιματισμός της αίθουσας ήταν αναμενόμενο πως θα έφερνε σε δύσκολη θέση τον ερμηνευτή, ο οποίος ήταν γνωστός για τις καταθέσεις ψυχής που άφηνε με γεναιοδωρία σε κάθε του μουσική εμφάνιση..
Ντυμένος με μαύρο κοστούμι και λευκό πουκάμισο,έχοντας σφιχτοδεμένη τη γραβάτα ξεκίνησε να τραγουδά με αυτήν την παροιμιώδη κέρινη ακαμψία του σώματος του μπροστά στο μικρόφωνο, σαν να ήθελε να διεγείρει μόνο τα αυτιά και την ψυχή των παρευρισκομένων και καθόλου τα μάτια τους..
Τα τραγούδια στοιχήθηκαν και παρήλασαν το ένα μετά το άλλο..Quand on a que l'amour, La Chanson des Vieux Amants, Madeleine, Les Bourgeois, Ne me quitte pas..Η συναυλία πλησίαζε στο τέλος της..Ο Brel υποκλίθηκε και απευθύνθηκε στο κοινό του..: "Και για το τέλος θα σας τραγουδήσω για πρώτη φορά ένα ποίημα που έγραψα πριν λίγο καιρό..Ελπίζω να σας αρέσει". Τα φώτα χαμήλωσαν ,ο αγαπημένος του ακορντεονίστας Jean Corti ξεκίνησε να χαιδεύει κάποιες νότες και ο κάθιδρος Brel, χαλάρωσε τη γραβάτα του, έλυσε το πρώτο κουμπί από το πουκάμισό του και άρχισε να απαγγέλει.."Dans le port d`Amsterdam, y a des marins qui chantent, les rêves qui les hantent, au large d`Amsterdam..."
Οσο ο ρυθμός γινόταν πιο έντονος, τόσο ο Brel αγκιστρωνόταν από το τραγούδι και τόσο το κοινό κρατούσε την ανάσα του.Ο Jaques Brel και το σκοτάδι, ο Jacques Brel στον ρόλο του Επίκουρου της Τέχνης, δοσμένος ολόκληρος, παρασύρεται σιγά σιγά από την ίδια τη δημιουργία του, γίνεται σκλάβος της, ακολουθεί τα βήματά της, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, μέχρι το αποκρουστικό και συνάμα δραματικό φινάλε, μέχρι που οι πόρνες δωρίζουν το όμορφο κορμί τους, δωρίζουν την αρετή τους για ένα νόμισμα, μέχρι που οι "μεθυσμένοι ναυτικοί βουτάνε την μύτη τους στον ουρανό και την σκουπίζουν στα άστρα και μετά κατουράνε", όπως ακριβώς ο Ζακ κλαίει πάνω στις άπιστες γυναίκες, στο λιμάνι του Αμστερντάμ, dans le port d' Amsterdam, dans le port d' Amsterdam, και μετά ο Brel σωριάζεται, και καθως ο γδούπος απο το κορμί που πέφτει ακούγεται στην αίθουσα τα φώτα σβήνουν, και μετά ο Brel καταρρέει, στ΄αληθινά ή στα ψέμματα, ποιός μπορεί να πει, σημασία έχει ότι όταν νυμφεύεσαι την τέχνη δεν έχεις να περιμένεις τίποτα άλλο από σκοτάδι, φως, μεγαλείο, γύμνια, ένα μαύρο κουστούμι και τη γη να φεύγει κάτω απ' τα πόδια σου. Σωριάζεσαι νικητής, αλλά η νίκη σου σημαίνει ότι όλη σου η ζωή ήταν αυτή η σκηνή, αυτό το τραγούδι, αυτή η ερμηνεία. Που τώρα τέλειωσε.. Το κατ' εξοχήν σουρρεαλιστικό τραγούδι-ποίημα, ανέκδοτο ως τότε, με την τόση ένταση που εξέπεμψε, προκάλεσε τέτοιο σοκ στο κοινό, το οποίο ξεσηκώθηκε μεμιάς και το ζητούσε έκτοτε ως encore πάντα από τον δημιουργό του, τον Brel.
(H μετάφραση και τα στοιχεία απο εδώ: http://www.activeradio.gr/index.php?topic=2240.0 )
"..Χτες το βράδυ πήγαμε στο Μέγαρο Μουσικής για να παρακολουθήσουμε μια εκδήλωση προς τιμήν του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Αγαπάω τον Ιάκωβο Καμπανέλλη. Δεν τον γνωρίζω προσωπικά αλλά, λόγω της φιλικής μου σχέσης μ’ έναν δικό του άνθρωπο, είχα την τιμή να του σφίξω το χέρι δυο φορές. Και μια χτες, τρεις. Δεν είναι μόνο τα θεατρικά του έργα, δεν είναι οι στίχοι που έγραψε, δεν είναι η απίστευτη ζωή του – είναι που όλα αυτά τα βλέπεις στα μάτια του. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έχει τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει στη ζωή μου. .."
Το ψωμί είναι στο τραπέζι το νερό είναι στο σταμνί το σταμνί στο σκαλοπάτι, δώσε του ληστή να πιει. Το ψωμί είναι στο τραπέζι το νερό είναι στο σταμνί το σταμνί στο σκαλοπάτι, δώσε του Χριστού να πιει.
Δώσε μάνα του διαβάτη, του Χριστού και του ληστή δώσε μάνα να χορτάσει, δώσ’ του αγάπη μου να πιει.