Ο σπάνιος Πέτρος Πανδής τραγουδά Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Κακουλίδη.. Απο
παλιά ελληνική ταινία, απο κείνες που καθρέφτιζαν πόνους και μικρές
ανθρώπινες χαρές και όνειρα.
Συνειρμικά μου έφερε στο νου τους στίχους του Θωμά Γκόρπα*, στο ποίημά του Αναπόληση:
Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κι εσύ
να περνάς απ’ έξω.
Και τούτο συνειρμικά μου θυμίζει το στιχάκι μου που μελοποίησε ο Νικολής δυο καλοκαίρια πριν..
Κι αν δειλινό, απο έρωτα,
χορέψεις τη ζωή σου
τα χρώματά του βάφουνε
για πάντα την ψυχή σου..
Και όλες μας τις συγκινήσεις..
..................................................
*Θωμάς Γκόρπας - Βιογραφικό
(απο το kyklos.wordpress.com)
Ο
Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1935. Από το 1954 έζησε στην
Αθήνα, από το 1975 έως το 1980 στο Παρίσι, και από το 1990 μοίραζε τον
καιρό του ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αίγινα. Έκανε μια ντουζίνα
επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιοβιβλιοπώλης, βιβλιοπώλης,
επιμελητής εκδόσεων, εκδότης (εκδόσεις Πανόραμα και εκδόσεις Έξοδος),
μεταφραστής, κ.α., πριν και μετά τη λεγόμενη δημοσιογραφία (συντάκτης
στον Ημερήσιο Τύπο: Ανεξάρτητος Τύπος, Μεσημβρινή, Εξπρές, Νέα
Πολιτεία). Ακόμα υπήρξε συντάκτης ή αρχισυντάκτης στα περιοδικά
Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, Ρουμελιώτικη Βίγλα, Ο Λογοτέχνης, Η Τέχνη στην
Αθήνα, Η Καλλιτεχνική, Πολιτικά Θέματα, Μουσικά Θέματα. Έγραψε για τον
κινηματογράφο και την τηλεόραση και δίδαξε σε θεατρική σχολή ιστορία
λογοτεχνίας και αγωγή του λόγου. Στη δεκαετία του 1950 σύχναζε στο
Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας, στη Στοά Μαυρίδη, στο Πατάρι του
Λουμίδη και στο Βυζάντιον. Από το 1955 έως το 1967 συμμετείχε σε ομάδες
που πρωτοστάτησαν για μια πρωτοπορία στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα
εικαστικά, και για την υπεράσπιση του λαϊκού τραγουδιού. Από τους
πρώτους που μίλησαν και έγραψαν για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο. Το
1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην
Όστια της Ρώμης.
Πέθανε στην Αθήνα το 2003.
Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους
στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό, μα όλα τα λαγήνια ήταν
αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανά, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο
κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου
με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του
παλτού μου. ……Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να
εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί ότι μ’ άκουσε να
παραπονιέμαι, ήπια όλο το βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερα
μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου, έβγαλα τα φτερά μου και
τα κάρφωσα στη γριά, που τη θάβαν ολομόναχη μ’ ένα σπουργίτι στο
γειτονικό δέντρο, με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη — θυμηθείτε με
όταν έρθει η ώρα. ……Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν
στο τζάκι, ήταν φθινόπωρο κι είχαν ερημώσει τα χωράφια, άκουγα το βήμα
των καραγωγέων καταβροχθίζοντας τον κλεμμένο σανό. ……Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.
(Ενέδρα, του Τάσου Λειβαδίτη, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης του 1972)