Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Αυτός.. ο Γιώργος..


Ήθελα απο μέρες να αφιερώσω ένα θέμα στο Γιώργο Μαρίνο, έναν άνθρωπο που με 'συντροφεύει' απο τα παιδικά μου χρόνια. Και που τον νιώθω τόσο οικείο, ίσως γιατί η ανθρωπιά του ξεχείλιζε πάντα, όπου κι αν εμφανιζόταν, ότι και να κανε, ακόμα και τον παρουσιαστή στο Ciao Antenna..

Θυμάμαι πριν απο δεκαπέντε περίπου χρόνια είχε επισκεφτεί την πόλη μας, ως μέλος του θιάσου που παρουσίαζε το έργο Ξανθιά Φραουλα. Μεγάλη επιτυχία τότε. Κατάμεστο το θέατρο. Σημαντικοί ηθοποιοί, σπαρταριστό έργο, κι ο ίδιος χειμαρρώδης μαγνήτιζε τα βλέμματα. Αρκούσε να μας κοιτάξει απ τη σκηνή για ν αρχίσουμε να γελάμε ασταμάτητα. Ακόμα και οι καλοί ηθοποιοί που έπαιζαν μαζί του προσπαθούσαν να κρατηθούν σοβαροί, μα δεν το κατάφερναν πάντα.. Ο μαγικός αυτός άνθρωπος, και μόνο με το βλέμμα του, τους έκανε να μη μπορούν να συνεχίσουν απ τα γέλια..

Μεγάλη καριέρα. Φοιτητής ακόμα ερμήνευσε δυο τραγούδια από το «Αρχιπέλαγος» του Μίκη Θεοδωράκη στην παράσταση «Όπα όπα» των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου στο θέατρο «Μετροπόλιταν». Την επόμενη χρονιά πήγε στην ακρόαση για την παράσταση «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. «Τον λάτρευα, ήξερα όλα του τα τραγούδια, αλλά ήθελα να πω μόνο το “Πίσω από τις καλαμιές”. Όμως ο πιανίστας δεν το ήξερε και έφυγα». Όμως ο Μάνος τον κάλεσε ξανά, σε δέκα μέρες. 14 Ιουνίου 1962 έγινε η πρεμιέρα του έργου, στο Μετροπόλιταν και πάλι, με το Γιώργο Μαρίνο στο πρώτο του ουσιαστικά ρόλο στο θέατρο.


Εδώ μια μεταγενέστερη ζωντανή ερμηνεία του τραγουδιού της παράστασης εκείνης που έχει άρρηκτα συνδεθεί με τη φωνή του.. Μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη, απο τη Μουσική Βραδιά του Γιώργου Παπαστεφάνου, το 1976.

 Έπειτα απο τη μεγάλη επιτυχία της Οδού Ονείρων εμφανίστηκε για χρόνια σε μπουάτ (στις Χάντρες, στην Κατακόμβη, στα Ταβάνια για δυομιση χρόνια και στο Ρήγα απο το 1969 μέχρι το 1973)
 Από το 1973 μέχρι και το 1992–πλην της περιόδου 1989-90, που έπαιξε στο Θέατρο «Βέμπο»- εμφανιζόταν ανελλιπώς στο Κέντρο «Μέδουσα», παρουσιάζοντας ένα μοναδικό στην Ελλάδα είδος, πρόζα, παρλάτα, σάτιρα, σε κείμενα Γιάννη Ξανθούλη και Παύλου Μάτεσι. Δίπλα πάντα ο  «προσωπικός» του μαέστρος Ν. Δανίκας.


               Με την Κατιάνα Μπαλανίκα, χρόνια παρτενέρ του και χρόνια αγαπημένη του.


Σε κείμενο Παύλου Μάτεσι.. "Θέλω να βγεις περήφανος στην κοινωνία. Να μην καταδέχεσαι να γλείφεις τους άλλους.."



 Ακολούθησαν εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα, παραστάσεις, τηλεόραση.. Μέχρι πριν λίγα χρόνια ακόμα. Πάντα στην καρδιά του κοινού, πάντα αγαπημένος, πάντα ποιοτικός.

Δισκογραφία επίσης μεγάλη, και σημαντική. Κάποια LP και συμμετοχές:
 «Mια ζωντανή παρουσίαση» (1970), «Σκηνές και εικόνες» (1971, μουσική Ν. Μανίκα), «Παράσταση» (1974, Μ. Πλέσσα, με συμμετοχή της Κ. Μπαλανίκα–όπως και στον πρηγούμενο δίσκο), «Μουσικά παραμύθια» (1974, Γ. Κατσαρού), «Νεκρικοί Διάλογοι» (1974, Μ. Πλέσσα), «Η αγωγή του Πολίτου» (1975, Γ. Κριμιζάκη), «Ροζ προκηρύξεις» (1976, [[Δανίκας_Νίκος|Ν. Δανίκα]]), «Αυτό το καλοκαίρι» (1977, Ν. Δανίκα), «Τα χαμένα χρόνια» (1977, Μ. Πλέσσα), «Γεια χαρά» (1977, παιδικός δίσκος), «Άσε μας ζωή» (1979, Άκη Πάνου), «Γιώργος Μαρίνος» (1979), «Πορτραίτο» (1980), «15 χρόνια παράσταση» («live», 1980), «Ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει» (1982), «Μόνον άντρες» (1983, Στ. Κραουνάκη), «Στον αστερισμό της Μέδουσας» («live», 1984, Στ. Κραουνάκη), «Η Αθήνα τη νύχτα» («live», 1990), «Όμορφες μέρες» (1991, Γ. Σπανού), «Αυτός ο Γιώργος» (1991, Στ. Κραουνάκη), «Ο Παίκτης» (1993, Στ. Σέμση), «30 χρόνια παράσταση)» (1995)


                                                                                        Απο ηχογράφηση..


Ο Νίκος Νικολίζας έγραψε για το Γιώργο Μαρίνο:
"Ο Γιώργος Μαρίνος όπως προσωπικά τον έχω γνωρίσει είναι ένας πολυεπιπεδος, ανοιχτός, φιλικός άνθρωπος. Πιστεύει στα άστρα και συχνά τα κοιτάει μόνος του και βλέπει χαρακτήρες, ζωές, ανθρώπους. Κάποτε μου έλεγε πως δε θέλησε να φυτέψει ούτε ένα δένδρο στη ζωή του. Δεν ήθελε ίχνη πίσω του. Μεγάλος φιλόζωος, ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ζώων, πριν υπάρξει καν κίνημα στη χώρα, θεωρώντας φυσικό πράγμα και αναπόσπαστο της ανθρωπιάς, την προσοχή, την προστασία, την αγάπη για τα ζώα, είχε το κτήμα του γεμάτο αδέσποτα. Όσες φορές είχαμε μιλήσει για τις δραστηριότητες του σε συνεντεύξεις και ακόμα πιο πολύ στις όλο φιλικότητα θερμές συζητήσεις που δεν σκιάζονταν ποτέ από βεντετιλίκια, ή απόσταση ντίβας, που δικαιούται αλλά απεχθάνεται, θυμάμαι την αδυναμία του και τον θαυμασμό του στην Κατιάννα Μπαλανίκα, την παραδοχή του πως για αυτόν ωραίες γυναίκες είναι μελαχρινές, μια εικόνα, την μάνα του να τον κοιτάζει έξω από τα κάγκελα του σχολείου του και να κλαίει, ένα σαλόνι κλειδωμένο και απαγορευμένο γι' αυτόν στο νέο σπίτι του πατέρα του, τις μνήμες του από τον Χατζιδάκι και την πρώτη τους γνωριμία, τον θαυμασμό του για τον Χορν και την Λαμπέτη. Θυμάμαι, ακόμη, να μου λέει πως το κοινό είναι άγριο κι αν δεν έλεγε την αλήθεια του, για τη σεξουαλικότητά του, δεν θα το αφόπλιζε από τη σκληρότητά του. Θυμάμαι ένα ταγκό που χορέψαμε, κάποτε οι δυο μας και στο μεγάλο του σαλόνι, με θέα, από ψηλά τη θάλασσα, τη φιλοξενία ενός ανθρώπου, όλο χρώμα στην ψυχή και αρχοντιά σπάνια, στους τρόπους…"



Και λίγα δικά του λόγια:

Για την ερωτική του ζωή: (ο Γιώργος Μαρίνος δήλωσε ανοιχτά ομοφυλόφιλος, μέσω μιας συνέντευξης, το 1964! Σε εποχές πολύ άγριες.. Δέκα φορές πιο παληκάρι απο πολλούς 'άντρες'.)
«Στα 16 μου συζήτησα το θέμα με τη μητέρα μου. Βέβαια στενοχωρήθηκαν, αλλά είχαμε μια ειλικρινή σχέση. Από την άλλη δεν αισθανόμουν διαφορετικός. Ποτέ δεν είχα τύψεις και ενοχές. Αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα παντρευτώ, ούτε μου άρεσε η συγκατοίκηση δύο αντρών. Πάντως σε κάθε ερωτική σχέση ήμουν παθιασμένος και “συζούσα” με όλες τις εξιδανικεύσεις και τις ψευδαισθήσεις μου».

Για την αγαπημένη του Έλλη Λαμπέτη:
«Ξενύχτησα αμέτρητες φορές παρέα με το ήθος και το χιούμορ του Μάνου Χατζιδάκι, τη γνώση και την αξιοπρέπεια του Δημήτρη Χορν, τη σοφία και την ηρεμία του Νίκου Γκάτσου. Αγαπούσα όμως εξίσου και την Έλλη Λαμπέτη. Τη θαύμαζα τόσο που μια σεζόν ολόκληρη στο “Λεωφορείο ο Πόθος” δεν έλειψα ούτε μια φορά από τις κουίντες απ’ όπου την παρακολουθούσα. Μερικές φορές μάλιστα έκανε ενέσεις για να παίξει. Ήταν η μόνη ηθοποιός που ποτέ δεν μαρκάριζε τίποτα στα έργα για να διευκολύνει την ερμηνεία της. Σε κάθε παράσταση έπαιζε σαν να ήταν η πρώτη φορά. Κυριολεκτικά έβγαζε την ψυχή της στη σκηνή» 

Για την ειλικρίνειά του απέναντι στο κοινό:
«..δηλώνοντας το ότι είμαι ομοφυλόφιλος, ήμουν υποχρεωμένος να είμαι πάρα πολύ αξιοπρεπής. Γιατί αντιπροσώπευα ­ ή έτσι ήθελα να νομίζω ­ ένα μέρος της κοινωνίας που θα ήθελε να το αντιμετωπίζει ο κόσμος πιο σοβαρά, με μεγαλύτερη λεπτότητα. Αλλωστε δεν νομίζω να υπάρχει κάποιο σκάνδαλο γύρω από τη ζωή μου. Ηθελα να δείξω ότι δεν είναι άνθρωποι για να τους κοροϊδεύουμε ή να γελάμε μαζί τους. Αλλά ότι είναι και αξιοπρεπείς, μπορεί να έχουν και ταλέντο, να ζουν χωρίς παρατράγουδα. Διότι όλα στη ζωή πληρώνονται».
«Ποτέ δεν σκέφθηκα τις επιπτώσεις. Ηθελα να είμαι ειλικρινής απέναντι στο κοινό. Να μην το σκεφθεί ή να το υποψιαστεί. Ηθελα να ξέρει από την αρχή πού είμαι τοποθετημένος». 

Για το θέατρο:
«Το θέατρο είναι μια πολύ γοητευτική δουλειά. Αλλά, αλίμονο, θα πω ψέματα αν ισχυριστώ ότι το λατρεύω και ότι χωρίς αυτό δεν ζω... Τώρα το θέατρο είναι για μένα η καλύτερη λύση»

Για την τηλεόραση:
«.. Επέλεξα αυτό που ήθελα να κάνω. Μετά την πίστα αποφάσισα να κάνω τηλεόραση. Είχα ανάγκη να το κάνω, και όχι οικονομική: ήθελα να υπάρξω ξανά στον χώρο, να βλέπω τις εφημερίδες και να είμαι μέσα. Δεν ήξερα τι άλλο θα μπορούσα να κάνω. Για μένα, ευτυχώς ή δυστυχώς, το 90% της ζωής μου εκινείτο γύρω από το επάγγελμά μου. Η αλήθεια είναι ότι στη μεγάλη οθόνη περιόρισα τον αυθορμητισμό μου και την ειλικρίνειά μου, χωρίς να μου το επιβάλλει κανείς. Υποδεχόμουν με χαρά ανθρώπους που ούτε συμπαθούσα ούτε εκτιμούσα. Δεν είναι η τηλεόραση που με εξομοίωσε με τους άλλους. Εγώ εξομοίωσα τον εαυτό μου με την τηλεόραση»

Για τη μοναξιά:
« Η μοναξιά είναι πολύ σχετικό πράγμα. Εάν κατά καιρούς υπήρχε και εάν υπάρχει είναι εντελώς προσωπικό και εσωτερικό θέμα... δεν εξαρτάται από την απόσταση. Πιστεύω ότι η χειρότερη μοναξιά είναι αυτή που κουβαλάς μέσα σου και σε κάνει να αισθάνεσαι μόνος έστω και εάν βρίσκεσαι ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους... Είναι θέμα εσωτερικής ισορροπίας. Εγώ προτιμώ να κάνω παρέα με πολύ λίγους ανθρώπους τους οποίους εκτιμώ και αγαπάω , αλλά δεν μετριούνται ούτε στα δάκτυλα του ενός χεριού.»

Και κλείνοντας το μικρό αφιέρωμα στον πολυαγαπημένο,  ένα τραγούδι, απο τα πολλά που ερμήνευσε μοναδικά, όπου μιλά, νιώθω, για τον εαυτό του, με τον τρόπο που ξέρει καλύτερα απ όλους.. 

 

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Ο δικός μας Άνθρωπος..

Στο βίντεο που ακολουθεί, ένας συγκλονιστικός Θανάσης Βέγγος, απο την ταινία "Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας" του 1976..



«Το Βέγγο τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήμουνα σ' ένα βουνό επάνω και προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, ανάμεσα στη μάζα του λόχου, στα τέσσερις χιλιάδες αντίσκηνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα σε τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους, τρομαγμένους και κουρασμένους. Πήγα στην κορυφή του βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή μου και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα πως ν' αρχίσω, μόνος τελείως, μ' ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ' ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σ' αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες. Καταφθάνει, κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με τις σανίδες, και μου λέει ξαφνικά: 'Συναγωνιστή -ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά- συναγωνιστή, θα πεθάνεις', λέει. 'Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια.. Λέω: 'Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις'. Ούτε γέλασε καν ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο.»
 Νίκος Κούνδουρος

«O μόνος υπέροχος χωροφύλακας που είδε στη ζωή του, ο μόνος που να μην κρατά όπλο, αλλά λουλούδι, ήταν ο Βέγγος, στην ταινία "Μανταλένα"».
Ντίνος Δημόπουλος

«Μία φορά είδα τον Θανάση θυμωμένο. Όταν γυρίζαμε μια ταινία, τη "Μυρτιά", εμπνευσμένη από ένα τραγούδι που μας είχε προσφέρει ο Μίκης Θεοδωράκης. Ηταν μαζί μας και η Γκέλυ Μαυροπούλου. Κάποιος μας έφερε ζωντανά περιστέρια κι άρχισε να τα σκοτώνει μπροστά στα μάτια μας. Πετάχτηκε ο Θανάσης, τον έπιασε από τον γιακά και τον σήκωσε ψηλά με το ένα χέρι αυτόν τον άντρακλα! Του φώναξε "κάθαρμα, εγώ πηγαίνω και ταΐζω τα ζωντανά κι ήρθες να τα σκοτώσεις, εγκληματία!...».
Κώστας Κακκαβάς

..................................
Για τη γυναίκα του Ασημίνα (απόσπασμα απο συνέντευξη στη Μαρία Κατσουνάκη, στην Εφημερίδα Καθημερινή στις 01/11/2009)


Πόσα χρόνια είστε μαζί;
45...
Πώς είπατε; Διορθώνει η κυρία Ασημίνα. Πενήντα δύο, παρακαλώ! Από τα 19 μου.


Πώς γνωριστήκατε;
Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς.


Τι σας συγκίνησε πάνω του; Απευθύνομαι στη σύζυγο.
Τα ωραία πράσινα μάτια του. Η λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν...
Ε, και τρέλα! Μια δόση τρέλας, υπήρχε, χαμογελάει ο Θ. Βέγγος.


Μισό αιώνα στον χώρο του θεάματος. Οι συνάδελφοί του σχολιάζουν την τόση εντιμότητα και αφοσίωσή του στην οικογένεια σχεδόν ως παραδοξότητα. Γι' αυτό και η ερώτηση «τι ρόλο έπαιξαν οι γυναίκες στη ζωή σας», απλώνει ένα ανεπαίσθητο κόκκινο στο πρόσωπό του.
Είμαστε 52 χρόνια μαζί. Μιλάμε για λατρεία.


Ναι, αλλά ασκείτε και ένα επάγγελμα που, ας πούμε ότι, δεν βοηθάει τις μακροχρόνιες σχέσεις, επιμένουμε.
Έχετε δίκιο. Αλλά για μένα ήταν αυτονόητο ότι θα περάσω με τη Μίνα. Δεν προλάβαινα κιόλας!
.....................................

Ο Θανάσης Βέγγος γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο το 1927. Κατάγεται από τα Θολάρια της Αιγιάλης από την πλευρά της μητέρας του Ευδοκίας, του γένους Ιωάννη Σμυρνή. Η γιαγιά του η Μαρουλιώ ήταν πρακτική μαία στα Θολάρια της Αμοργού (Τα στοιχεία καταγωγής προέρχονται από την έκδοση «Επιφανείς Αμοργίνοι» 1983 του Συνδέσμου Αμοργίνων). Ηταν το μοναχοπαίδι του κυρ Βασίλη και της κυρα-Ευδοκίας που κατάφεραν να δώσουν στον Θανάση μόνο τις εγκύκλιες σπουδές. Ο πατέρας Βέγγος, υπάλληλος στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρίας στο Φάληρο, αγωνίστηκε επί Κατοχής για να το σώσει από την ανατίναξη που σχεδίαζαν οι Γερμανοί ­ οι μαρτυρίες λένε πως το εργοστάσιο σώθηκε χάρη στις προσπάθειες αυτού ακριβώς του ανθρώπου, ο οποίος στη συνέχεια απολύθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των αριστερών φρονημάτων του. Αλλά και ο Θανάσης αντιμετώπισε την εκδικητικότητα του κράτους: βρέθηκε στη Μακρόνησο, το κολαστήριο και τόπο μαρτυρίου για χιλιάδες αριστερούς φαντάρους αλλά και πολίτες.
Τάσος Κατράπας, Νίκος Κούνδουρος, Θανάσης Βέγγος.
Μακρόνησος 1949
Εκεί, στον κατ' ευφημισμόν «νέο Παρθενώνα», ο νεαρός Θανάσης βίωσε τον εξευτελισμό, έμαθε να υπομένει, υιοθέτησε την αξιοπρέπεια ως στάση ζωής και ταυτόχρονα γνώρισε τη συντροφική αλληλεγγύη. Εκεί επίσης συνδέθηκε φιλικά με τον Νίκο Κούνδουρο, τον άνθρωπο που θα άλλαζε την πορεία της ζωής του.
Ηταν το 1953 όταν τον κάλεσε ο Κούνδουρος να παίξει στη «Μαγική πόληι», την πρώτη ταινία της καριέρας του: υποδύεται τον πωλητή λεμονιών στη λαχαναγορά, μέλος μιας παρέας νεαρών βιοπαλαιστών. Ο ήρωας λέγεται Θανάσης ; ο Βέγγος παίζει τον εαυτό του ;, όνομα που θα τον ακολουθεί στη συνέχεια σε πολλές άλλες ταινίες και θα μπαίνει αργότερα και στους τίτλους των ταινιών του («Ο Θανάσης, η Ιουλιέτα και τα λουκάνικα», «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;», «Θανάση, πάρε τ' όπλο σου», «Δικτάτωρ καλεί Θανάση», «Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας» κτλ.), όταν βέβαια δεν μπαίνει το επώνυμό του («Είναι ένας τρελός τρελός Βέγγος», «Δόκτωρ Ζι-Βέγγος», «Ενας Βέγγος για όλες τις δουλειές»).
Στον «Δράκο», τη δεύτερη ταινία του Κούνδουρου, ο Βέγγος υποδύεται τον μπάρμαν σε ένα κέντρο διασκέδασης, ο οποίος είναι συγχρόνως και μπράβος του αρχηγού μιας συμμορίας απατεώνων. Εκεί θα φάει τις τρεις πρώτες θεαματικές φάπες, που θα ανοίξουν τους ασκούς της σφαλιάρας η οποία καταδιώκει τον Θανάση Βέγγο σε ολόκληρη την κινηματογραφική σταδιοδρομία του. Ετσι ο εκφραστικός ηθοποιός με τη φαλάκρα, το συμπαθητικό πρόσωπο, την αβέβαιη έκφραση, μπήκε δυναμικά στον χώρο του κινηματογράφου, χωρίς να έχει προϋπηρεσία στο θέατρο. Ηταν ένας ερασιτέχνης που για να επιβιώσει έκανε ένα σωρό δουλειές ­ κυρίως του φροντιστή σε ταινίες ­, δουλειές κοπιαστικές, επίπονες και γλίσχρα αμειβόμενες. Στη συνέχεια πήρε την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος, γράφτηκε στο σωματείο, έπαιξε στο θέατρο και πήρε σημαντικότερους ρόλους. Μολονότι συμμετείχε σε αρκετές ενδιαφέρουσες και ονομαστές ταινίες («Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη, «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» του Γρηγόρη Γρηγορίου, «Ο Ηλίας του 16ου» του Αλέκου Σακελλάριου, «Μανταλένα» του Ντίνου Δημόπουλου, «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν, «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ» του Ροβήρου Μανθούλη, «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη, «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Το αίνιγμα» του Γιάννη Σολδάτου), ως κινηματογραφικός τύπος καθιερώθηκε από άλλες κωμικές παραγωγές όπου ενσάρκωνε τον μέσο Ελληνα: τον φουκαρά, τον γκαφατζή, τον αγαθό, τον περιδεή, τον αγχωμένο, τον κυνηγημένο, αλλά και τον καπάτσο.
Αυτό το παιδί για όλες τις δουλειές διαμόρφωσε έναν μοναδικό λαϊκό κινηματογραφικό ήρωα, ολοκληρωμένο και αναγνωρίσιμο, με σταθερά χαρακτηριστικά. Ο Βέγγος, δημιούργημα της ανάγκης για ρεαλιστική απεικόνιση του σύγχρονου Αθηναίου, στο πλαίσιο της φαρσοκωμωδίας, κινηματογραφικού είδους που συγκινούσε πλατιά στρώματα του ελληνικού λαού, ερμήνευσε τον άνεργο, τον πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη, τον τίμιο και εργατικό, τον αμήχανο και πολυμήχανο, που κάνει κάθε είδους δουλειά για να επιβιώσει. Σε αυτή την προσπάθειά του μετατρέπεται σε μια αεικίνητη φιγούρα, έναν κλόουν, έναν έλληνα Σαρλό, ή καλύτερα στον Καραγκιόζη αυτοπροσώπως. Ωστόσο η φαρσοκωμωδία δεν είναι ρεαλιστική, ξεφεύγει από τα όρια της πραγματικότητας, και ο Βέγγος βρίσκει την ευκαιρία να εισέλθει σε αυτήν ως υπερρεαλιστικό στοιχείο, να παλέψει με την πείνα και την ανασφάλεια, να φέρει τον κόσμο πάνω κάτω. Για να το επιτύχει αυτό στην εντέλεια έπρεπε να περάσει στη σκηνοθεσία, μα και στην παραγωγή των ταινιών του (κάτι που τον οδήγησε σε οικονομική καταστροφή), ώστε να ενσαρκώσει το όραμά του, το όραμα της απόλυτης ελευθερίας, να υπερβεί τις συμβάσεις, «να χτίσει τη δική του Οκτάνα», σύμφωνα με τον Σολδάτο.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Από το ΒΗΜΑ, 03/12/2000

..........................................
"Δουλεύω με το ένστικτο, δεν έχω κανένα ταλέντο, μόνο αυτή τη φάτσα. Εδώ είναι αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα".
Θανάσης Βέγγος

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Άνθρωποι που πίσω τους αφήσαν..



Άνθρωποι που πίσω τους αφήσαν
βουρκωμένο αχνάρι

Κλειστά βιβλία
που δε διάβασε κανείς

Κι ένα βράδυ 
για τους άλλους γιορτινό
-τόσο γαλήνια σιωπηλό
στο άδειο σπίτι-
έλυσαν τις φτερούγες τους
για το ωραίο ταξίδι

Κι απόθεσαν τα βάρη μιας ζωής
προσεκτικά στο χώμα

Γιατί σα γίνεις διάφανος
για όλους πιά
αρκεί ένα βήμα
για να επιστρέψεις
εκεί που ανήκες πάντα

Στην παιδική σου ηλικία

Άλμα στο κενό
Αιώρηση
και Τέλος.

(Για το Γιώργο Χ.)


('Εγραψε η Βασιλική στις 18/01/2014)