Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Ένα φως στο κατώφλι..


Ένα 45άρι του Μίκη, από το 1970, με την Ειρήνη Παππά να τραγουδά, στα Ιταλικά για κείνο το φως στο κατώφλι του σπιτιού που περιμένει.. Τον πεινασμένο, τον πονεμένο, τον πρόσφυγα.. Το διαβάτη, το Χριστό και το ληστή..
Οι φωτογραφίες μιλούν.. Όπως τα μάτια..
"να θυμάσαι πως υπήρξα έμψυχο ον.." είχε γράψει ο Σπύρος Τσακνιάς..
Κι ο Πυθαγόρας είπε, στη Μικρά Ασία του Απόστολου Καλδάρα,: "..κι απ το θάνατο ακόμα πιό πικρή είσαι προσφυγιά.."


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Ψωμάκι σαν Λουκουμάς..




Ένα αλάδωτο ψωμάκι που δε χρειάζεται καν ζυμωμα!!!

υλικά
2 κούπες του καφέ μεγάλες (αυτές του νες καφέ που ειναι λιγο πιο μεγάλες απο νεροπότηρο) αλεύρι μαλακό για ζύμωμα (έβαλα γεωργανάδων)
1 κούπα περίπου του νες καφέ αρκετά χλιαρό νερό (αλλά όχι καυτό). Αν χρειαστεί και λίγο νερό ακόμα. (Δεν πειράζει κι αν γίνει αραιούτσικο, στην πορεία θα δέσει. Ίσα ίσα το αραιό το βοηθάει να γίνει πιο αφράτο)
1 και 1/2 κουταλιά της σούπας μηλόξυδο
2 κουταλιές σούπας ζάχαρη κρυσταλλική (αν θέλετε να φαίνεται η γλύκα βάλτε μια ακόμα)
αλάτι 2 πρέζες
1 φακελάκι μαγιά
Σουσάμι, ηλιόσπορος
Λίγο μέλι για επάλειψη στο τέλος
(αν σας αρέσουν άλλα αρωματικά  όπως ο γλυκάνισος ή το μαχλέπι ή η μαστίχα μπορείτε βεβαίως να τα προσθέσετε, ιδανικά βράζοντάς τα μέσα στο νερό)


Σε λεκάνη ευρύχωρη βάζω το αλεύρι, τη ζάχαρη, τη μαγιά, και το αλάτι (στα πλαϊνά, να μην ανακατευτεί εξ αρχής με τα άλλα)
Ρίχνω λίγο λίγο το νερό που πρέπει να ναι ζεστούτσικο, ανακατεύοντας με κουτάλι της σούπας. Λίγο πριν το τέλος προσθέτω και το ξύδι λίγο λίγο, και ξανα νερό, ανακατεύοντας ζωηρά. Θέλω μια ζύμη που να είναι αραιή σαν χυλός περίπου, αλλά που όταν την ανακατεύω ζωηρά με το κουτάλι να 'κολλάει' κάπως. Μόλις έχω χυλό ομοιογενή και ελαστικό είναι εντάξει. Καλύπτω καλά τη λεκάνη μου με μεμβράνη, να μην παίρνει αέρα απο πουθενά. Ή τη σκεπάζω με μια πλαστική σακούλα σούπερ μάρκετ την οποία δένω σφιχτά. Αφήνω να φουσκώσει για δύο με δυόμιση ώρες*.
Στη συνέχεια ετοιμάζω το σκεύος όπου θα ψήσω το ψωμί.
Σε φόρμα ψησίματος (χρησιμοποιώ γι αυτή τη δοσολογία φόρμα κέικ με δακτύλιο, μεσαίου μεγέθους) στρώνω μια λαδόκολλα να καλύπτει καλά τον πάτο και τα πλαϊνά. Στον πάτο της λαδόκολλας πασπαλίζω με λίγο αλεύρι και σκορπίζω λίγο σουσάμι και ηλιόσπορο. Χύνω τη ζύμη μου εκεί, χωρίς να την ξεφουσκώσω, και κουνάω τη φόρμα να πάει παντού (η βοηθάω λίγο μ ένα κουτάλι). Θέλω το ζυμάρι μου να έχει πάχος ένα εκατοστό περίπου, να είναι δηλαδή λεπτό. Πασπαλίζω με σπόρους κι απο πάνω. Σκεπάζω πάλι με σακούλα η μεμβράνη και αφήνω άλλα 45 λεπτά.
Ετοιμάζω το φούρνο, ανάβοντάς τον στους 225 βαθμούς. Στα 45 λεπτά βάζω τη φόρμα μέσα (αφαιρώντας τη σακούλα βέβαια) την οποία έχω φροντίσει να σκεπάσω με πυρίμαχο καπάκι. (έχω διάφανο για να βλέπω το χρώμα του ψωμιού) Ψήνω έτσι, στη μέση του φούρνου, για 30 λεπτά περίπου. Χαμηλώνω το φούρνο στο 200 και ψήνω αλλα 15-20 λεπτά.
Εφ όσον το βλέπω να έχει χρυσίσει καλά στην επιφάνεια (δε θα γίνει πολύ σκούρο) το βγάζω από το φούρνο (με γάντια φούρνου πιάνω και το καπάκι και το ταψί) και προσεκτικά αναποδογυρίζω τη λαδόκολλα σε πιατέλα ή σε πάγκο. Ξεκολλάω τη λαδόκολλα και το ψωμάκι μου είναι έτοιμο. Αν θέλω όπως είναι ζεστό αλείφω την επιφάνεια με λίγο μέλι. Και λίγη κανελλίτσα του πάει (προαιρετικά)
Καλή επιτυχία!

*Στην πρώτη φάση του φουσκώματος, όπως και στη δεύτερη, και να το αφήσετε λίγο παραπάνω δεν πειράζει, ίσα ίσα/

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Επτά λέξεις..


Φεύγουν οι άνθρωποι.. Με θόρυβο ή σιωπηλά.. Στα συντρίμμια ενός ακριβού αμαξιού ή σε ένα απρόσωπο κρεβάτι νοσοκομείου (καμιά φορά ούτε καν σ αυτό..).
Επτά λέξεις.. ο στίχος, από την νεκρώσιμη ακολουθία.. "Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω το θάνατο." Ίσως κάνουμε τόση φασαρία ακριβώς για να μην εννοήσουμε..
Πήγα πριν λίγα χρόνια σ ένα κοιμητήριο, στον τάφο ενός ανθρώπου της καρδιάς μου. Φροντισμένος ο τάφος, μαρμάρινος, καθαρός, φρέσκα λουλούδια, καντηλάκι αναμμένο.. Με την αγαπημένη του κάναμε τον μικρό κύκλο, πίσω απ το σταυρό είχε σκαλιά, προς ένα μικρό υπόγειο, κατεβήκαμε.
Ένα επί ένα, αριστερά και δεξιά απ τα σκαλιά δυο τσιμεντένιοι τοίχοι. Ακούμπησε τα χέρια η γλυκιά μου, στον έναν τοίχο. Έκλεισε τα μάτια. "Εδώ καλό μου." μου είπε.. Πίσω από κείνο τον τοίχο ήταν ο άνθρωπός της.. Ό,τι απέμεινε.
Νομίζω η αλήθεια δεν είναι στα λουλούδια, στα μάρμαρα, στα λόγια ακόμα. Καλά είναι και τούτα, ό,τι βοηθά τον άνθρωπο να κάνει σιγά σιγά τη μετάβαση προς το αναπότρεπτο, να το δεχτεί κάποτε, είναι καλό.. Μα η αλήθεια νομίζω είναι ένας γυμνός τσιμεντένιος τοίχος. Και το ανείπωτο πίσω απ αυτόν..