Δημιουργίες, Ποίηση, Μουσική, Φυσικές Συνταγές.. ..κι ό,τι άλλο ομορφαίνει τη Ζωή.
Τετάρτη 8 Μαΐου 2013
Τρίτη 7 Μαΐου 2013
Ώ Έρωτα..
'Ω Έρωτα,
λένε πως είσαι ανθρώπινος,
λένε πως είσαι θεϊκός.
Φαίνεται να ‘σαι πιο ξακουσμένος
κι απ’ τη σφραγίδα του Σολομώντα.
Είσαι η ψυχή του κάθε πλάσματος
που σέρνεται στη γη.
Αλλ’ η δική μου η ψυχή σε γνωρίζει
με τον τρόπο που γνωρίζουν μόνο τα πουλιά.
λένε πως είσαι ανθρώπινος,
λένε πως είσαι θεϊκός.
Φαίνεται να ‘σαι πιο ξακουσμένος
κι απ’ τη σφραγίδα του Σολομώντα.
Είσαι η ψυχή του κάθε πλάσματος
που σέρνεται στη γη.
Αλλ’ η δική μου η ψυχή σε γνωρίζει
με τον τρόπο που γνωρίζουν μόνο τα πουλιά.
Τζελαλαντίν Ρούμι
(Από το βιβλίο: Ο Αγαπημένος, εκδόσεις Αρμός, 1997)Ορχηστρική εκτέλεση του πολυαγαπημένου τραγουδιού του Μίμη Πλέσσα, όπου στίχους είχε γράψει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Η εκτέλεση που ακούμε εδώ είναι απο έναν δίσκο της Zodiac του 1970, με τίτλο: "Παίξε μπουζούκι μου", συλλογή με μουσική επιμέλεια του Στέλιου Ζαφειρίου.
Εδώ ο μεγάλος Στέλιος Ζαφειρίου μας δίνει μια εξαιρετική εκδοχή του τραγουδιού, κελαηδώντας πραγματικά με το μπουζούκι του.
Ένα ευχαριστώ είναι πολύ λίγο, στο φίλο Τάκη (takis4545) που μου 'χάρισε' αυτό το υπέροχο μουσικό κομμάτι.
Παρασκευή 3 Μαΐου 2013
..θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα..
Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους
στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό, μα όλα τα λαγήνια ήταν
αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανά, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο
κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου
με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του
παλτού μου.
……Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί ότι μ’ άκουσε να παραπονιέμαι, ήπια όλο το βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερα μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου, έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στη γριά, που τη θάβαν ολομόναχη μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δέντρο, με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη — θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα.
……Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι, ήταν φθινόπωρο κι είχαν ερημώσει τα χωράφια, άκουγα το βήμα των καραγωγέων καταβροχθίζοντας τον κλεμμένο σανό.
……Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.
……Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί ότι μ’ άκουσε να παραπονιέμαι, ήπια όλο το βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερα μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου, έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στη γριά, που τη θάβαν ολομόναχη μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δέντρο, με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη — θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα.
……Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι, ήταν φθινόπωρο κι είχαν ερημώσει τα χωράφια, άκουγα το βήμα των καραγωγέων καταβροχθίζοντας τον κλεμμένο σανό.
……Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.
(Ενέδρα, του Τάσου Λειβαδίτη, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης του 1972)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
